Η διαφορά μεταξύ θλίψης και κατάθλιψης

Άρθρα

Μια από τις πιο γνωστές εκφράσεις που ακούμε στην καθημερινότητά μας όταν κάποιος δεν αισθάνεται και πολύ καλά ψυχολογικά είναι «έχω κατάθλιψη» και αναμφισβήτητα αυτό μας παραπέμπει σε έλλειψη διάθεσης, μελαγχολία, δυσκολίες και προσωπικά αδιέξοδα.

Η χρήση της λέξης «κατάθλιψη»  στο καθημερινό μας λεξιλόγιο μειώνει ουσιαστικά τη βαρύτητα του όρου, εστιάζοντας σε μία συναισθηματική  κατάσταση που πολλές φορές έγκειται σε κάποια γεγονότα ή κάποιες δυσκολίες παροδικές και αντιμετωπίσιμες στην πορεία, όπως είναι για παράδειγμα  κάποια ερωτική απογοήτευση, μία  απώλεια, ένας χωρισμός,  μετάθεση στη δουλειά, αποτυχία στις εξετάσεις, ανεργία, κλπ. Σε αυτές τις περιπτώσεις το άτομο μπορεί να αισθάνεται θλιμμένο  – δυστυχισμένο ως συνέπεια της δύσκολης κατάστασης που καλείται να διαχειριστεί.

 Η θλίψη είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της κατάθλιψης, όμως δεν είναι το ίδιο. Το να μπορούμε να καταλάβουμε τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των δύο είναι ένα μέρος της πρόληψης αλλά και της έγκαιρης αντιμετώπισης της καταθλιπτικής διαταραχής.

Με τον όρο θλίψη εννοούμε  τη  φυσική αντίδραση σε ένα ατυχές συμβάν, μια αρνητική κατάσταση ή μια ματαίωση, ένα προσωπικό αδιέξοδο, μία απρόβλεπτη αποτυχία, αλλά και ένα παροδικό συναισθηματικό κενό  – μία έλλειψη διάθεσης θα μπορούσαμε να πούμε. Μια φυσιολογική αντίδραση και ένα συναίσθημα που βιώνεται ως υγιές και αναγκαίο για τον άνθρωπο  σε δύσκολες καταστάσεις.

Θα επανέλθει εύκολα στη ρουτίνα της καθημερινότητας και θα αναλάβει  τις υποχρεώσεις των ρόλων του. Η στήριξη των φίλων, της οικογένειας, της δουλειάς μπορεί να λειτουργήσουν πολύ  θετικά σε σχέση με την αντιμετώπιση του προβλήματός του και τις συναισθηματικές του δυσκολίες. Επίσης το κλάμα γι’  αυτόν που αισθάνεται δυστυχής και αβοήθητος είναι λυτρωτικό.

Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι ένα ατυχές συμβάν που  μπορεί να φέρει τόσο επώδυνα συναισθήματα στον άνθρωπο θα μπορούσε να οδηγήσει στην εδραίωση της κατάθλιψης. Αυτό που καλούμαστε να παρατηρήσουμε είναι η εξέλιξη της συναισθηματικής κατάστασης του ατόμου. Όταν αντιλαμβανόμαστε ότι  δεν υποτονεί αλλά εντείνεται είναι μία ένδειξη  για να απευθυνθούμε σε έναν ψυχολόγο ή ψυχίατρο αρχικά.

Στην περίπτωση της κατάθλιψης το άτομο  το πιθανότερο είναι να χρειάζεται επαγγελματική βοήθεια, γιατί ακόμη και ένα σοβαρό γεγονός να λειτούργησε ως εκλυτικός παράγοντας της νόσου , η στήριξη των οικείων του είναι σημαντική, αλλά  δεν είναι αρκετή. Αρχικά επηρεάζεται το συναίσθημά του αλλά όσο «βαθαίνει» στην διαταραχή τα προβλήματα επεκτείνονται και στην υπόλοιπη υπόσταση του ατόμου: τη σκέψη, τη συμπεριφορά ,την αντίληψη.

Οπότε με τον όρο  κατάθλιψη εννοούμε πλέον για διαγνωσμένη ψυχική συναισθηματική διαταραχή.

Για να διαγνωστεί ένα άτομο ως καταθλιπτικό, πρέπει να παρουσιάζει τουλάχιστον πέντε από τα παρακάτω συμπτώματα και σε διάρκεια τουλάχιστον δύο εβδομάδων.

  • Ευερεθιστότητα κατά το μεγαλύτερο διάστημα.
  • Αίσθηση θλίψης όλη τη μέρα και χωρίς προφανή λόγο.
  • Απώλεια ή μείωση της ευχαρίστησης και του ενδιαφέροντος για καθημερινές δραστηριότητες (ειδικά για εκείνες που θεωρούνταν ενδιαφέρουσες στο παρελθόν).
  • Αλλαγές στο βάρος ή στην όρεξη.
  • Δυσκολίες στον ύπνο ή υπερβολική ανάγκη για ύπνο.
  • Ανησυχία σε καθημερινή βάση.
  • Αργές κινήσεις.
  • Κόπωση και μειωμένη ενέργεια.
  • Ανικανότητα λήψης αποφάσεων. Αισθήματα ενοχής και έλλειψης αξίας.
  • Σκέψεις θανάτου και αυτοκτονίας.
  • Προβλήματα στην εστίαση της προσοχής, στη συγκέντρωση και στη δημιουργικότητα.

Πολλά από αυτά τα συμπτώματα μπορεί να τα έχουμε και όταν είμαστε θλιμμένοι, ωστόσο η ειδοποιός διαφορά  είναι η διάρκεια και η έλλειψη λειτουργικότητας σε καθημερινό επίπεδο. Σταδιακά ο καταθλιπτικός δείχνει μία γενικότερη παραίτηση, σταματά χόμπι, μπορεί να μην πηγαίνει στη δουλειά, να αποφεύγει να βρίσκεται με κόσμο, να νιώθει κουρασμένος και να κοιμάται συνέχεια και γενικότερα φαίνεται να δυσκολεύεται να κάνει πράγματα που κάποτε επέλεγε ή απολάμβανε να κάνει.

Η κατάθλιψη, επηρεάζει άτομα και από τα δύο φύλα και ανεξαρτήτου ηλικίας. Η αξιολόγηση των ειδικών είναι απαραίτητη γιατί πολλές φορές το άτομο  που βιώνει τη νόσο μπορεί να σκέφτεται ή και να αποπειραθεί να δώσει τέλος στη ζωή του.

Θεραπεία της κατάθλιψης.

Η παρέμβαση ψυχιάτρου και η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής συχνά είναι βασική προϋπόθεση για τη θεραπεία της κατάθλιψης. Τα φάρμακα θα βοηθήσουν ώστε να περιοριστούν τα συμπτώματα και με την παράλληλη ψυχοθεραπευτική παρέμβαση  ο ασθενής θα πάρει τη βοήθεια ώστε να διαχειρίζεται τις δυσκολίες και σιγά σιγά να βγει από αυτή την κατάσταση. Η δουλειά με τον εαυτό του σε ψυχοθεραπευτική  βάση είναι αυτή που θα τον βοηθήσει να  αποκτήσει την επίγνωση του τι του συμβαίνει, να αντιμετωπίσει τυχόν συναισθηματικές συγκρούσεις και προσωπικά αδιέξοδα και να ξαναοργανώσει την καθημερινότητά του.

 

Ντόρα Μίνου

ΜΑ Κλινικής Ψυχολογίας

Ψυχοθεραπεύτρια (ενηλίκων, ζεύγους & οικογένειας)

Tagged