Γονείς απέναντι στην αντιδραστικότητα του εφήβου

Άρθρα

Χαρακτηριστικό στοιχείο της εφηβείας είναι η επαναστατικότητα του εφήβου ως προς τους γονείς το σχολείο και την κοινωνία.

Είναι γνωστό ότι σ’ αυτή την αναπτυξιακή φάση ο έφηβος επαναστατεί και αμφισβητεί τα όρια που του θέτουν  οι γονείς (π.χ η ώρα επιστροφής μετά τη βραδινή έξοδο, ο χρόνος στα ηλεκτρονικά και στα διαδυκτυακά παιχνίδια,η επιλογή των φίλων, η αγορά του δίκυκλου, το κάπνισμα, το είδος της μουσικής, η ένταση της μουσικής, η διάρκεια των τηλεφωνημάτων, οι ώρες που ξοδεύονται για διάβασμα, η σεξουαλική συμπεριφορά κ.ά) Όσο δημοκρατικοί και μοντέρνοι και αν είναι οι γονείς, ο νέος γίνεται προκλητικός, παραβιάζοντας αυτά τα όρια και λειτουργώντας ανταγωνιστικά στο ρόλο των γονιών του.

Ανάλογη είναι η αμφισβήτηση που εκδηλώνει και  στους καθηγητές και κατ’ επέκταση στο ίδιο το σχολείο, (π.χ αδικαιολόγητες απουσίες στο μάθημα, επιδεικτική αδιαφορία στην ώρα της παράδοσης, άρνηση να συμμορφωθεί με τους κανόνες του σχολείου, συγκρούσεις με τους καθηγητές, κά).

Τέλος, υπάρχει μία γενικότερη αμφισβήτηση της κοινωνίας – «του κόσμου των μεγάλων» – που εκδηλώνεται κυρίως μέσα από το ντύσιμο, το λεξιλόγιο και τις συμπεριφορές έχοντας ως  στόχο την πρόκληση.

Αίτια

Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε τον έφηβο “επαναστάτη χωρίς αιτία”, όμως υπάρχουν αίτια που προκαλούν αυτή την αντιδραστικότητα, όπως:

  • Ορμονικές αλλαγές : αλλάζει το σώμα του, η χροιά της φωνής του, αρχίζει και αποκτά έντονη τριχοφυία, εστιάζει στη σεξουαλική του ταυτότητα, το αγόρι ανδρώνεται αποκτά αρρενωπότητα, το κορίτσι έχει περίοδο, αποκτά αναλογίες στο σώμα,αρχίζει και φαίνεται γυναίκα
  • Το «παιδί» νιώθει πως αποκτά περισσότερη δύναμη στη σχέση του με τους γονείς του και προσπαθεί να επιβληθεί και να διεκδικήσει μέσα από τη σύγκρουση.
  • Διαπιστώνει την ασυνέπεια των μεγάλων. Όσο το παιδί είναι μικρό δέχεται τα «πρέπει» που του επιβάλλονται αδιαμαρτύρητο. Αυτό συμβαίνει, όχι μόνο γιατί δεν έχει τη δύναμη να τα αμφισβητήσει, αλλά γιατί  πιστεύει ότι εκείνοι που τα διδάσκουν τα τηρούν κιόλας. Μεγαλώνοντας ανακαλύπτει ότι οι μεγάλοι του διδάσκουν αρχές που τις παραβιάζουν οι ίδιοι, ενώ παράλληλα περιορίζουν εκείνον. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, να απορρίπτει τους μεγάλους και τις αρχές τους.
  • Οι προσδοκίες που του προβάλλουν οι άλλοι (ιδιαίτερα οι γονείς), του προκαλούν θυμό και αντιδρά προκειμένου να απαλλαχτεί τουλάχιστον προσωρινά απ’ αυτές.
  • Συναντά δυσκολίες στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του λόγω των πολλαπλών, διαφορετικών και αντιφατικών πληροφοριών και μηνυμάτων.
  • Παρουσιάζει αδυναμία στην ισόρροπη συσχέτιση του θέλω και του πρέπει
  • Ο εφηβικός εγωκεντρισμός  που αποσκοπεί στην ανάπτυξη της εικόνας του σωματικού εαυτού και στη διαμόρφωση ταυτότητας του Εγώ. Ο νέος κυριεύεται από την έντονη επιθυμία να στραφεί στον εαυτό του, που του φαντάζει πια άγνωστος εφόσον αρχίζει τώρα να μπαίνει στη διαδικασία συνειδητοποίησης του ποιος είναι, ποια στοιχεία τον εκφράζουν και τον αποτελούν ως προσωπικότητα. Θέλει να μάθει περισσότερο για τα θέλω του, τις επιθυμίες του, τι του ταιριάζει και τι όχι.
  • Διαισθάνεται και αντιλαμβάνεται την αναντιστοιχία των προτύπων που του προβάλλονται και τα μέσα που του παρέχονται για την υλοποίηση των στόχων του.
  • Ο πειραματισμός, η αμφισβήτηση, και η απόρριψη συντελούν στην διαμόρφωση την κοινωνικής του ταυτότητας, της ψυχοσυναισθηματικής ωρίμανσης και εν τέλει στην αυτονομία του.

Η γονεϊκή στάση

Αρχικά είναι σημαντικό εμείς οι γονείς να θυμηθούμε την δική μας εφηβεία, ώστε να μπορέσουμε να μπούμε στα «παπούτσια αυτού του νέου» και να δικαιολογήσουμε τις αντιδράσεις που εμπεριέχει  αυτή η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση – το παιδί μας μεγαλώνει και βρίσκεται σ’ αυτό  το ενδιάμεσο στάδιο που λέγεται εφηβεία

  • Επιδιώκουμε το διάλογο και την ουσιαστική επικοινωνία με το έφηβο παιδί μας έχοντας ως βασκές προϋποθέσεις το σεβασμό και την ειλικρίνεια.
  • Θέτουμε όρια και τα τηρούμε. Είμαστε σταθεροί στις πράξεις και τα λόγια απέναντι στις παρορμητικές και πολλές φορές παράλογες απαιτήσεις του έφηβου, όχι όμως άκαμπτοι..
  • Αποφεύγουμε τα διπλά μηνύματα (π.χ μερικές φορές να του συμπεριφερόμαστε σαν να είναι παιδί και άλλες να απαιτούμε να είναι ενήλικας.)
  • Αποφεύγουμε τις συγκρίσεις με άλλους (π.χ αδερφό, συμμαθητή, ξάδερφο, ή ακόμη και με τον εαυτό μας στην αντίστοιχη ηλικία).
  • Όταν χρειάζεται καυτηριάζουμε τη συμπεριφορά του χωρίς να τον απορρίπτουμε ως άτομο.
  • Δεν αντιμετωπίζουμε το παιδί μας ως προέκταση του εαυτού μας, επιβάλλοντας σε αυτό τα όνειρα και τους στόχους που είχαμε οι ίδιοι..
  • Οφείλουμε να μην ξεσπάμε στον έφηβο, μεταφέροντας δικά μας προβλήματα (π.χ επαγγελματικά, προβλήματα σχέσης, κά)
  • Αποφεύγουμε να προετοιμάζουμε τη μετάβαση των παιδιών  στο μέλλον με πρότυπα του παρελθόντος. Για παράδειγμα να μην υποσχόμεθα ή να μη δίνουμε την εντύπωση ότι ακολουθώντας ο έφηβος ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, θα μπορέσει να αντεπεξέλθει με επιτυχία στις οικονομικές και κοινωνικές απαιτήσεις που υπάρχουν σήμερα. Μπορούμε να του δώσουμε πληροφορίες και να εκφράσουμε τη γνώμη νας , ωστόσο καλό είναι να σεβαστούμε την επιθυμία και την έφεση του παιδιού. Στόχος μας είναι να το στηρίξουμε στα δικά του όνειρα, όχι να τον πείσουμε να ικανοποιήσει τα δικά μας.
  • Αναγνωρίζουμε τις θετικές όψεις της προσωπικότητας της συμπεριφοράς του καθώς επίσης και τις ικανότητες και τα ταλέντα του και το εκφράζουμε. (π.χ να μη βλέπουμε μόνο το 12 των μαθηματικών αλλά και τους υψηλούς βαθμούς που μπορεί να έχει σε άλλα μαθήματα). Έτσι δείχνουμε πως αναγνωρίζουμε την προσπάθεια και το ενθαρρύνουμε.
  • Τέλος εμπιστευόμαστε το παιδί μας και στεκόμαστε διακριτικά δίπλα του. Η ανάγκη του είναι να νιώθει τη συναισθηματική ασφάλεια και να υπάρχει μία τέτοια σχέση που να μπορεί να εκφράσει τις δυσκολίες του στους γονείς. Δε θέλουμε παιδιά που να μας φοβούνται, θέλουμε παιδιά με ψυχική ισορροπία, που θα αυτονομηθούν και θα καταξιωθούν με τη δική μας στήριξη και όχι με την επιβολή μας.

Εν κατακλείδι 

Γενικά, οι γονείς καλό είναι να μη μεταθέτουμε το δικό μας άγχος  στα παιδιά , γιατί αυτό  μπορεί να τα «παραλύσει» και να τα «καθηλώσει» συναισθηματικά.Στόχος μας σε αυτή την εξελικτική φάση είναι να βοηθήσουμε τα παιδιά να αυτονομηθούν, να γίνουν υπεύθυνα, να θέτουν στόχους και να προσπαθούν γι αυτούς. Τα παιδιά δεν είναι η προέκταση του εαυτού μας, είναι υγιές και αναμενόμενο να αντιδράσουν και να αμφισβητήσουν στην εφηβεία αυτό των «κόσμο των μεγάλων». Η εμπιστοσύνη, η αποδοχή και η συναισθηματική ασφάλεια από τον γονεικό ρόλο θα θέσουν τις βάσεις για να προχωρήσουν στην επόμενη εξελικτική φάση – στην ενηλικίωση – υγιείς  τόσο σε ψυχοσυναισθηματικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

 

Ντόρα Μίνου

ΜΑ Κλινικής Ψυχολογίας

Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια (ενηλίκων, ζεύγους & οικογένειας)

Tagged